Η συζήτηση που διεξάγεται στη δημόσια σφαίρα δεν αφορά φυσικά μόνο το Ισραήλ, αφορά τη γενικότερη συγκέντρωση εξουσίας στα μέσα ενημέρωσης
Καθώς δεν φαίνεται ορατό τέλος στο «Βατερλώ» του Αμερικανού πρόεδρου στο Hormuz και στον πόλεμο με το Ιράν, κανείς στις ΗΠΑ δεν αναγνωρίζει άλλο κίνητρο για αυτή την αδιέξοδη περιπέτεια από την επιρροή του εβραϊκού λόμπι στον Λευκό Οίκο.
Πέρα από τις καταγγελίες ακόμη και για κατασκοπία στο Πεντάγωνο από τη Mossad, αλλά και τις κρυφές αμυντικές συμφωνίες και την υποσχεθείσα σύγκλιση των στρατιωτικών δυνάμεων το Ισραήλ θέλει να έχει κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.
Η τελευταία δεκαετία και ιδιαίτερα η περίοδος μετά τον πόλεμο στη Γάζα έχει αναζωπυρώσει μια παλιά συζήτηση: ποιος επηρεάζει την αμερικανική ενημέρωση και ποια συμφέροντα διαμορφώνουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο παρουσιάζονται οι διεθνείς εξελίξεις;
Στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης βρίσκεται πλέον ο Larry Ellison.
Ο ιδρυτής της Oracle δεν είναι απλώς ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο.
Είναι ένας επιχειρηματίας με βαθιές σχέσεις τόσο με τον Donald Trump όσο και με τον Benjamin Netanyahu, ενώ ταυτόχρονα η οικογένειά του εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους μιντιακούς παράγοντες στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Washington Post περιέγραψε πρόσφατα την οικογένεια Ellison ευρισκόμενη στο επίκεντρο μιας «άνευ προηγουμένου μιντιακής αυτοκρατορίας», με παρουσία σε τηλεοπτικά δίκτυα, κινηματογραφικά στούντιο, πλατφόρμες streaming και ενδεχομένως σε νέες ψηφιακές υποδομές ενημέρωσης.
Η ίδια εφημερίδα σημείωσε ότι ο Donald Trump και κορυφαία στελέχη της κυβέρνησής του έχουν εκφραστεί δημόσια με ιδιαίτερα θετικό τρόπο για την οικογένεια Ellison, την ώρα που εξελίσσονται κρίσιμες ρυθμιστικές διαδικασίες που αφορούν μεγάλες συμφωνίες στον χώρο των media.
Το τρίγωνο εξουσίας
Η σύμπτωση αυτών των εξελίξεων έχει οδηγήσει πολλούς αναλυτές να μιλούν για τη διαμόρφωση ενός νέου τριγώνου ισχύος: Trump, Netanyahu και Ellison.
Η σχέση του Larry Ellison με τον Benjamin Netanyahu είναι μακρόχρονη και ξεπερνά κατά πολύ τις συνηθισμένες επαφές μεταξύ επιχειρηματιών και πολιτικών.
Το όνομα του Ellison εμφανίστηκε ακόμη και στον κατάλογο πιθανών μαρτύρων στις δικαστικές υποθέσεις διαφθοράς που αντιμετώπισε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός.
Δημοσιεύματα ανέφεραν επίσης ότι ο Ellison προσέφερε στον Netanyahu θέση στην Oracle μετά την αποχώρησή του από την εξουσία, ενώ οι δύο οικογένειες διατηρούν προσωπικές σχέσεις εδώ και χρόνια.
Παράλληλα, ο Ellison μετακινήθηκε πολιτικά προς τον Donald Trump.
Αν και στο παρελθόν δεν ανήκε στον στενό πυρήνα των Ρεπουμπλικανών μεγιστάνων, τα τελευταία χρόνια εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους συμμάχους του Αμερικανού προέδρου.
Σύμφωνα με πλήθος δημοσιεύματα της Washington Post, οι επαφές των δύο ανδρών είναι συχνές και η σχέση τους έχει αποκτήσει στρατηγικό χαρακτήρα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η σύγκλιση αυτή πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η πολιτική Trump στη Μέση Ανατολή βρίσκεται πιο κοντά από ποτέ στις θέσεις της ισραηλινής δεξιάς την ώρα που δεν φαίνεται να υπηρετεί κάποιο εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ.
Κατά την πρώτη του θητεία, ο Trump αναγνώρισε την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ, μετέφερε εκεί την αμερικανική πρεσβεία και αναγνώρισε την ισραηλινή κυριαρχία στα Υψίπεδα του Golan.
Στη δεύτερη θητεία του, η στρατηγική αυτή όχι μόνο συνεχίστηκε αλλά διευρύνθηκε.
H διαμόρφωση ενός στρατηγικού άξονα
Οι εξελίξεις του 2025 και του 2026 έδειξαν ότι η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ εξακολουθούν να λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό ως ενιαίος στρατηγικός άξονας έναντι του Ιράν και των περιφερειακών του συμμάχων.
Παρά τις κατά καιρούς εντάσεις μεταξύ Trump και Netanyahu, το Reuters σημειώνει ότι η συνεργασία τους παραμένει στενή, ακόμη και όταν διαφωνούν σε επιμέρους τακτικά ζητήματα.
Η πολιτική αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη συζήτηση γύρω από τα αμερικανικά ΜΜΕ.
Από την έναρξη του πολέμου στη Γάζα, μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινής γνώμης άρχισε να αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο τα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα κάλυπταν τις εξελίξεις.
Δημοσιογράφοι, πανεπιστημιακοί και πρώην στελέχη μέσων ενημέρωσης υποστήριξαν ότι υπήρχε συστηματική τάση ευνοϊκής παρουσίασης των ισραηλινών θέσεων και περιορισμένης προβολής των παλαιστινιακών απωλειών.
Η συζήτηση αυτή δεν αφορά φυσικά μόνο το Ισραήλ.
Αφορά τη γενικότερη συγκέντρωση εξουσίας στα μέσα ενημέρωσης.
Όταν ένας μικρός αριθμός δισεκατομμυριούχων ελέγχει τηλεοπτικά δίκτυα, κινηματογραφικά στούντιο, πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης, το ερώτημα της επιρροής γίνεται αναπόφευκτο.
Η περίπτωση της οικογένειας Ellison είναι χαρακτηριστική.
Η εξαγορά της Paramount και η επιρροή στο CBS προκάλεσαν ανησυχία ακόμη και μέσα στις ίδιες τις δημοσιογραφικές αίθουσες σύνταξης.
Ρεπορτάζ της Washington Post περιγράφουν έντονο προβληματισμό μεταξύ δημοσιογράφων του CBS σχετικά με τη μελλοντική κατεύθυνση του δικτύου και το κατά πόσο θα διατηρηθεί η παραδοσιακή δημοσιογραφική του ανεξαρτησία.
Οι επικριτές αυτής της εξέλιξης υποστηρίζουν ότι δεν πρόκειται απλώς για μια επιχειρηματική επένδυση.
Θεωρούν ότι δημιουργείται ένα δίκτυο στο οποίο πολιτική ισχύς, τεχνολογική ισχύς και μιντιακή ισχύς συγκεντρώνονται γύρω από πρόσωπα που συμμερίζονται κοινές γεωπολιτικές προτεραιότητες.
Σε αυτό το πλαίσιο, η στενή σχέση του Ellison με τον Netanyahu αποκτά βαρύνουσα σημασία.
Δεν είναι τυχαίο ότι μέρος της αμερικανικής αριστεράς αλλά και ανεξάρτητοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν το Ισραήλ «ελέγχει» τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης.
Το ερώτημα είναι αν έχει διαμορφωθεί ένα δίκτυο επιχειρηματιών, επενδυτών, λόμπι, δωρητών και μιντιακών ιδιοκτητών που ασκεί δυσανάλογη επιρροή στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται ζητήματα που αφορούν το Ισραήλ.

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη.
Υπάρχουν σαφή στοιχεία που αναδεικνύουν ότι πρόσωπα με ισχυρούς δεσμούς με την ισραηλινή πολιτική και οικονομική ελίτ αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη επιρροή στον αμερικανικό χώρο ενημέρωσης.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης Ellison.
Η οικογένεια Ellison δεν βρίσκεται μόνο στην κορυφή της βιομηχανίας λογισμικού.
Βρίσκεται πλέον και στον πυρήνα του αμερικανικού μιντιακού συστήματος.
Γι' αυτό και η συζήτηση γύρω από τον Larry Ellison έχει πάψει να αφορά απλώς έναν δισεκατομμυριούχο της Silicon Valley.
Αφορά το πώς διαμορφώνεται η πληροφορία, ποιοι καθορίζουν την πολιτική ατζέντα και ποιος τελικά επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι Αμερικανοί αντιλαμβάνονται τον κόσμο, τη Μέση Ανατολή και τον ίδιο τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών σε αυτήν.
Από την Oracle στην τεχνητή νοημοσύνη: η οικονομική διάσταση της επιρροής
Η πολιτική επιρροή του Larry Ellison δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς να εξεταστεί η οικονομική ισχύς της Oracle.
Η εταιρεία που ίδρυσε το 1977 εξελίχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους παρόχους λογισμικού βάσεων δεδομένων στον κόσμο, εξυπηρετώντας κυβερνήσεις, τράπεζες, στρατιωτικούς οργανισμούς και πολυεθνικές επιχειρήσεις.
Σήμερα η Oracle συγκαταλέγεται στους βασικούς παίκτες της παγκόσμιας αγοράς cloud computing, ανταγωνιζόμενη κολοσσούς όπως η Amazon Web Services, η Microsoft Azure και η Google Cloud.
Η χρηματιστηριακή αξία της εταιρείας έχει εκτοξευθεί τα τελευταία χρόνια, κυρίως χάρη στον πυρετό της τεχνητής νοημοσύνης.
Οι επενδυτές στοιχηματίζουν ότι η Oracle θα αποτελέσει έναν από τους βασικούς προμηθευτές υποδομών για τα μεγάλα μοντέλα AI, καθώς οι εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης απαιτούν τεράστιες υπολογιστικές δυνατότητες και κέντρα δεδομένων μεγάλης κλίμακας.
Η άνοδος αυτή έχει μετατρέψει τον Ellison σε έναν από τους μεγαλύτερους ωφελημένους της επανάστασης της AI.
Η προσωπική του περιουσία αυξήθηκε κατά εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια μέσα σε λίγα χρόνια, φέρνοντάς τον στην κορυφή της παγκόσμιας λίστας δισεκατομμυριούχων.
Ταυτόχρονα, η Oracle συνάπτει πλήθος συμβάσεις με το αμερικανικό δημόσιο. Η εταιρεία έχει εξασφαλίσει συμβάσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων με ομοσπονδιακές υπηρεσίες, το Υπουργείο Άμυνας και υπηρεσίες πληροφοριών, γεγονός που την καθιστά κρίσιμο προμηθευτή του αμερικανικού κράτους.
Αυτή η διαπλοκή επιχειρηματικής ισχύος, κρατικών συμβάσεων και πολιτικών σχέσεων αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους πολλοί αναλυτές αντιμετωπίζουν τον Ellison όχι απλώς ως επιχειρηματία αλλά ως παράγοντα στρατηγικής επιρροής.
Η είσοδος της οικογένειας Ellison στον χώρο των media δεν αφορά μόνο την τηλεόραση.
Η Paramount διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα χαρτοφυλάκια περιεχομένου παγκοσμίως, με παρουσία στην ενημέρωση, στην ψυχαγωγία, στον κινηματογράφο και στις ψηφιακές πλατφόρμες.
Το CBS παραμένει ένας από τους σημαντικότερους τηλεοπτικούς οργανισμούς στις Ηνωμένες Πολιτείες, με εκατομμύρια θεατές και ισχυρή επιρροή στη διαμόρφωση της πολιτικής ατζέντας.

Η ισχύς της πληροφορίας
Σε μια εποχή όπου η πληροφορία έχει μετατραπεί σε οικονομικό και γεωπολιτικό «περιουσιακό στοιχείο», η απόκτηση πρόσβασης σε τόσο ισχυρές πλατφόρμες θεωρείται από πολλούς αναλυτές εξίσου σημαντική με την κατοχή ενεργειακών ή τεχνολογικών υποδομών.
Η σύγκλιση τεχνολογίας, τεχνητής νοημοσύνης, κρατικών συμβάσεων και μέσων ενημέρωσης γύρω από τους ίδιους επιχειρηματικούς κύκλους δημιουργεί ένα νέο μοντέλο εξουσίας.
Πρόκειται για ένα μοντέλο στο οποίο η οικονομική ισχύς δεν μεταφράζεται μόνο σε πλούτο αλλά και σε δυνατότητα διαμόρφωσης της δημόσιας συζήτησης.
Αυτός είναι ο λόγος που η υπόθεση Ellison προκαλεί τόσο έντονο ενδιαφέρον στην Ουάσιγκτον. Για τους επικριτές του δεν πρόκειται απλώς για μία ακόμη εξαγορά μέσων ενημέρωσης. .
Πρόκειται για ένα ακόμη βήμα στη συγκέντρωση οικονομικής, πολιτικής και επικοινωνιακής ισχύος στα χέρια μιας εξαιρετικά περιορισμένης ομάδας προσώπων που υπηρετούν έναν στόχο αντίθετο με τα εθνικά συμφέτοντα των ΗΠΑ.
www.bankingnews.gr
Πέρα από τις καταγγελίες ακόμη και για κατασκοπία στο Πεντάγωνο από τη Mossad, αλλά και τις κρυφές αμυντικές συμφωνίες και την υποσχεθείσα σύγκλιση των στρατιωτικών δυνάμεων το Ισραήλ θέλει να έχει κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.
Η τελευταία δεκαετία και ιδιαίτερα η περίοδος μετά τον πόλεμο στη Γάζα έχει αναζωπυρώσει μια παλιά συζήτηση: ποιος επηρεάζει την αμερικανική ενημέρωση και ποια συμφέροντα διαμορφώνουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο παρουσιάζονται οι διεθνείς εξελίξεις;
Στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης βρίσκεται πλέον ο Larry Ellison.
Ο ιδρυτής της Oracle δεν είναι απλώς ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο.
Είναι ένας επιχειρηματίας με βαθιές σχέσεις τόσο με τον Donald Trump όσο και με τον Benjamin Netanyahu, ενώ ταυτόχρονα η οικογένειά του εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους μιντιακούς παράγοντες στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Washington Post περιέγραψε πρόσφατα την οικογένεια Ellison ευρισκόμενη στο επίκεντρο μιας «άνευ προηγουμένου μιντιακής αυτοκρατορίας», με παρουσία σε τηλεοπτικά δίκτυα, κινηματογραφικά στούντιο, πλατφόρμες streaming και ενδεχομένως σε νέες ψηφιακές υποδομές ενημέρωσης.
Η ίδια εφημερίδα σημείωσε ότι ο Donald Trump και κορυφαία στελέχη της κυβέρνησής του έχουν εκφραστεί δημόσια με ιδιαίτερα θετικό τρόπο για την οικογένεια Ellison, την ώρα που εξελίσσονται κρίσιμες ρυθμιστικές διαδικασίες που αφορούν μεγάλες συμφωνίες στον χώρο των media.
Το τρίγωνο εξουσίας
Η σύμπτωση αυτών των εξελίξεων έχει οδηγήσει πολλούς αναλυτές να μιλούν για τη διαμόρφωση ενός νέου τριγώνου ισχύος: Trump, Netanyahu και Ellison.
Η σχέση του Larry Ellison με τον Benjamin Netanyahu είναι μακρόχρονη και ξεπερνά κατά πολύ τις συνηθισμένες επαφές μεταξύ επιχειρηματιών και πολιτικών.
Το όνομα του Ellison εμφανίστηκε ακόμη και στον κατάλογο πιθανών μαρτύρων στις δικαστικές υποθέσεις διαφθοράς που αντιμετώπισε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός.
Δημοσιεύματα ανέφεραν επίσης ότι ο Ellison προσέφερε στον Netanyahu θέση στην Oracle μετά την αποχώρησή του από την εξουσία, ενώ οι δύο οικογένειες διατηρούν προσωπικές σχέσεις εδώ και χρόνια.
Παράλληλα, ο Ellison μετακινήθηκε πολιτικά προς τον Donald Trump.
Αν και στο παρελθόν δεν ανήκε στον στενό πυρήνα των Ρεπουμπλικανών μεγιστάνων, τα τελευταία χρόνια εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους συμμάχους του Αμερικανού προέδρου.
Σύμφωνα με πλήθος δημοσιεύματα της Washington Post, οι επαφές των δύο ανδρών είναι συχνές και η σχέση τους έχει αποκτήσει στρατηγικό χαρακτήρα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η σύγκλιση αυτή πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η πολιτική Trump στη Μέση Ανατολή βρίσκεται πιο κοντά από ποτέ στις θέσεις της ισραηλινής δεξιάς την ώρα που δεν φαίνεται να υπηρετεί κάποιο εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ.
Κατά την πρώτη του θητεία, ο Trump αναγνώρισε την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ, μετέφερε εκεί την αμερικανική πρεσβεία και αναγνώρισε την ισραηλινή κυριαρχία στα Υψίπεδα του Golan.
Στη δεύτερη θητεία του, η στρατηγική αυτή όχι μόνο συνεχίστηκε αλλά διευρύνθηκε.
H διαμόρφωση ενός στρατηγικού άξονα
Οι εξελίξεις του 2025 και του 2026 έδειξαν ότι η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ εξακολουθούν να λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό ως ενιαίος στρατηγικός άξονας έναντι του Ιράν και των περιφερειακών του συμμάχων.
Παρά τις κατά καιρούς εντάσεις μεταξύ Trump και Netanyahu, το Reuters σημειώνει ότι η συνεργασία τους παραμένει στενή, ακόμη και όταν διαφωνούν σε επιμέρους τακτικά ζητήματα.
Η πολιτική αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη συζήτηση γύρω από τα αμερικανικά ΜΜΕ.
Από την έναρξη του πολέμου στη Γάζα, μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινής γνώμης άρχισε να αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο τα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα κάλυπταν τις εξελίξεις.
Δημοσιογράφοι, πανεπιστημιακοί και πρώην στελέχη μέσων ενημέρωσης υποστήριξαν ότι υπήρχε συστηματική τάση ευνοϊκής παρουσίασης των ισραηλινών θέσεων και περιορισμένης προβολής των παλαιστινιακών απωλειών.
Η συζήτηση αυτή δεν αφορά φυσικά μόνο το Ισραήλ.
Αφορά τη γενικότερη συγκέντρωση εξουσίας στα μέσα ενημέρωσης.
Όταν ένας μικρός αριθμός δισεκατομμυριούχων ελέγχει τηλεοπτικά δίκτυα, κινηματογραφικά στούντιο, πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης, το ερώτημα της επιρροής γίνεται αναπόφευκτο.
Η περίπτωση της οικογένειας Ellison είναι χαρακτηριστική.
Η εξαγορά της Paramount και η επιρροή στο CBS προκάλεσαν ανησυχία ακόμη και μέσα στις ίδιες τις δημοσιογραφικές αίθουσες σύνταξης.
Ρεπορτάζ της Washington Post περιγράφουν έντονο προβληματισμό μεταξύ δημοσιογράφων του CBS σχετικά με τη μελλοντική κατεύθυνση του δικτύου και το κατά πόσο θα διατηρηθεί η παραδοσιακή δημοσιογραφική του ανεξαρτησία.
Οι επικριτές αυτής της εξέλιξης υποστηρίζουν ότι δεν πρόκειται απλώς για μια επιχειρηματική επένδυση.
Θεωρούν ότι δημιουργείται ένα δίκτυο στο οποίο πολιτική ισχύς, τεχνολογική ισχύς και μιντιακή ισχύς συγκεντρώνονται γύρω από πρόσωπα που συμμερίζονται κοινές γεωπολιτικές προτεραιότητες.
Σε αυτό το πλαίσιο, η στενή σχέση του Ellison με τον Netanyahu αποκτά βαρύνουσα σημασία.
Δεν είναι τυχαίο ότι μέρος της αμερικανικής αριστεράς αλλά και ανεξάρτητοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν το Ισραήλ «ελέγχει» τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης.
Το ερώτημα είναι αν έχει διαμορφωθεί ένα δίκτυο επιχειρηματιών, επενδυτών, λόμπι, δωρητών και μιντιακών ιδιοκτητών που ασκεί δυσανάλογη επιρροή στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται ζητήματα που αφορούν το Ισραήλ.

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη.
Υπάρχουν σαφή στοιχεία που αναδεικνύουν ότι πρόσωπα με ισχυρούς δεσμούς με την ισραηλινή πολιτική και οικονομική ελίτ αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη επιρροή στον αμερικανικό χώρο ενημέρωσης.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης Ellison.
Η οικογένεια Ellison δεν βρίσκεται μόνο στην κορυφή της βιομηχανίας λογισμικού.
Βρίσκεται πλέον και στον πυρήνα του αμερικανικού μιντιακού συστήματος.
Γι' αυτό και η συζήτηση γύρω από τον Larry Ellison έχει πάψει να αφορά απλώς έναν δισεκατομμυριούχο της Silicon Valley.
Αφορά το πώς διαμορφώνεται η πληροφορία, ποιοι καθορίζουν την πολιτική ατζέντα και ποιος τελικά επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι Αμερικανοί αντιλαμβάνονται τον κόσμο, τη Μέση Ανατολή και τον ίδιο τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών σε αυτήν.
Από την Oracle στην τεχνητή νοημοσύνη: η οικονομική διάσταση της επιρροής
Η πολιτική επιρροή του Larry Ellison δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς να εξεταστεί η οικονομική ισχύς της Oracle.
Η εταιρεία που ίδρυσε το 1977 εξελίχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους παρόχους λογισμικού βάσεων δεδομένων στον κόσμο, εξυπηρετώντας κυβερνήσεις, τράπεζες, στρατιωτικούς οργανισμούς και πολυεθνικές επιχειρήσεις.
Σήμερα η Oracle συγκαταλέγεται στους βασικούς παίκτες της παγκόσμιας αγοράς cloud computing, ανταγωνιζόμενη κολοσσούς όπως η Amazon Web Services, η Microsoft Azure και η Google Cloud.
Η χρηματιστηριακή αξία της εταιρείας έχει εκτοξευθεί τα τελευταία χρόνια, κυρίως χάρη στον πυρετό της τεχνητής νοημοσύνης.
Οι επενδυτές στοιχηματίζουν ότι η Oracle θα αποτελέσει έναν από τους βασικούς προμηθευτές υποδομών για τα μεγάλα μοντέλα AI, καθώς οι εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης απαιτούν τεράστιες υπολογιστικές δυνατότητες και κέντρα δεδομένων μεγάλης κλίμακας.
Η άνοδος αυτή έχει μετατρέψει τον Ellison σε έναν από τους μεγαλύτερους ωφελημένους της επανάστασης της AI.
Η προσωπική του περιουσία αυξήθηκε κατά εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια μέσα σε λίγα χρόνια, φέρνοντάς τον στην κορυφή της παγκόσμιας λίστας δισεκατομμυριούχων.
Ταυτόχρονα, η Oracle συνάπτει πλήθος συμβάσεις με το αμερικανικό δημόσιο. Η εταιρεία έχει εξασφαλίσει συμβάσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων με ομοσπονδιακές υπηρεσίες, το Υπουργείο Άμυνας και υπηρεσίες πληροφοριών, γεγονός που την καθιστά κρίσιμο προμηθευτή του αμερικανικού κράτους.
Αυτή η διαπλοκή επιχειρηματικής ισχύος, κρατικών συμβάσεων και πολιτικών σχέσεων αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους πολλοί αναλυτές αντιμετωπίζουν τον Ellison όχι απλώς ως επιχειρηματία αλλά ως παράγοντα στρατηγικής επιρροής.
Η είσοδος της οικογένειας Ellison στον χώρο των media δεν αφορά μόνο την τηλεόραση.
Η Paramount διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα χαρτοφυλάκια περιεχομένου παγκοσμίως, με παρουσία στην ενημέρωση, στην ψυχαγωγία, στον κινηματογράφο και στις ψηφιακές πλατφόρμες.
Το CBS παραμένει ένας από τους σημαντικότερους τηλεοπτικούς οργανισμούς στις Ηνωμένες Πολιτείες, με εκατομμύρια θεατές και ισχυρή επιρροή στη διαμόρφωση της πολιτικής ατζέντας.

Η ισχύς της πληροφορίας
Σε μια εποχή όπου η πληροφορία έχει μετατραπεί σε οικονομικό και γεωπολιτικό «περιουσιακό στοιχείο», η απόκτηση πρόσβασης σε τόσο ισχυρές πλατφόρμες θεωρείται από πολλούς αναλυτές εξίσου σημαντική με την κατοχή ενεργειακών ή τεχνολογικών υποδομών.
Η σύγκλιση τεχνολογίας, τεχνητής νοημοσύνης, κρατικών συμβάσεων και μέσων ενημέρωσης γύρω από τους ίδιους επιχειρηματικούς κύκλους δημιουργεί ένα νέο μοντέλο εξουσίας.
Πρόκειται για ένα μοντέλο στο οποίο η οικονομική ισχύς δεν μεταφράζεται μόνο σε πλούτο αλλά και σε δυνατότητα διαμόρφωσης της δημόσιας συζήτησης.
Αυτός είναι ο λόγος που η υπόθεση Ellison προκαλεί τόσο έντονο ενδιαφέρον στην Ουάσιγκτον. Για τους επικριτές του δεν πρόκειται απλώς για μία ακόμη εξαγορά μέσων ενημέρωσης. .
Πρόκειται για ένα ακόμη βήμα στη συγκέντρωση οικονομικής, πολιτικής και επικοινωνιακής ισχύος στα χέρια μιας εξαιρετικά περιορισμένης ομάδας προσώπων που υπηρετούν έναν στόχο αντίθετο με τα εθνικά συμφέτοντα των ΗΠΑ.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών